to lactate
Pronunciation
/ˈɫækteɪt/

Ορισμός και σημασία του "lactate"στα αγγλικά

to lactate
01

γαλακτοποιώ, παράγω γάλα

to secrete or produce milk from the mammary glands, typically referring to the production of milk by a female mammal, especially a human mother
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lactate
γ΄ ενικό πρόσωπο
lactates
ενεστώτα μετοχή
lactating
απλός αόριστος
lactated
παθητική μετοχή
lactated
02

θηλάζω, ταΐζω με μητρικό γάλα

give suck to
01

γαλακτικό, άλας ή εστέρας του γαλακτικού οξέος

a salt or ester of lactic acid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lactates
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store