Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lactate
01
γαλακτοποιώ, παράγω γάλα
to secrete or produce milk from the mammary glands, typically referring to the production of milk by a female mammal, especially a human mother
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lactate
γ΄ ενικό πρόσωπο
lactates
ενεστώτα μετοχή
lactating
απλός αόριστος
lactated
παθητική μετοχή
lactated
02
θηλάζω, ταΐζω με μητρικό γάλα
give suck to
Lactate
01
γαλακτικό, άλας ή εστέρας του γαλακτικού οξέος
a salt or ester of lactic acid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lactates
Λεξικό Δέντρο
lactating
lactation
lactate



























