Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Labiodental
01
χειλοδοντικός, χειλοδοντικό σύμφωνο
(phonetics) a consonant that is uttered using the lips and teeth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
labiodentals



























