labial
la
ˈleɪ
lei
bial
biəl
biēl

Ορισμός και σημασία του "labial"στα αγγλικά

01

χειλικός, ήχος που παράγεται με τα χείλη

(phonetics) a speech sound that is produced using one or both lips 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
labials
01

χειλικός, σχετικός με τα χείλη

relating to or near the female labium 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

χειλικός, λαβιακός

(phonetics)(of a speech sound) connected with or produced by complete or partial closure of the lips 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store