Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Labial
01
χειλικός, ήχος που παράγεται με τα χείλη
(phonetics) a speech sound that is produced using one or both lips
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
labials
labial
01
χειλικός, σχετικός με τα χείλη
relating to or near the female labium
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
anatomy, biology, medicine
02
χειλικός, λαβιακός
(phonetics)(of a speech sound) connected with or produced by complete or partial closure of the lips
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bilabial
labial



























