Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Knuckles
01
μπράτσο, μεταλλικό όπλο
(used in the plural) a small metal weapon; worn over the knuckles on the back of the hand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
knuckles



























