Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Knuckle joint
01
άρθρωση δακτύλου, κόμπος δακτύλου
a joint of a finger when the fist is closed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
knuckle joints
02
σφαιρική άρθρωση, σφαιρική ένωση
a joint allowing movement in one plane only



























