knockout
knock
ˈnɒk
νοκ
out
aʊt
αουτ
knockabout

Ορισμός και σημασία του "knockout"στα αγγλικά

01

βόμβα, καταπληκτικός

a person or an object that is considered extremely attractive or impressive 
knockout definition and meaning
02

νόκ άουτ, ανατροπή

a situation where one fighter delivers a punch or series of punches that disable their opponent of fighting in that match, leading to an immediate victory 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
knockouts
Παραδείγματα
Her left hook resulted in a stunning knockout early in the match. 

Το αριστερό γάντζο της οδήγησε σε ένα εντυπωσιακό νόκ άουτ νωρίς στον αγώνα.

01

συγκλονιστικός, ενεργητικός

very strong or vigorous 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most knockout
συγκριτικός βαθμός
more knockout
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
strength, impact, effectiveness

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

knockout

knock

+

out

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store