Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kneeling
01
γονατισμός, θέση γονατισμού
supporting yourself on your knees
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kneelings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
kneeling
kneel



























