kneeling
Pronunciation
/ˈniɫɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "kneeling"στα αγγλικά

01

γονατισμός, θέση γονατισμού

supporting yourself on your knees
kneeling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kneelings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store