Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kite
01
χαρταετός, kite
a diamond shape frame covered with a paper or cloth with a string attached to it that can fly in the wind
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kites
02
γυπαετός, γεράκι με μακριά ουρά
a small hawk with narrow wings and a long tail
03
χαρταετός, kite
a four-sided shape with two pairs of equal-length adjacent sides
04
ιπτάμενη επιταγή, αεροπορική επιταγή
a bank check drawn on insufficient funds at another bank in order to take advantage of the float
05
κλεμμένη επιταγή, πλαστή επιταγή
a bank check that has been fraudulently altered to increase its face value
to kite
01
πετώ χαρταετό, ανεβάζω χαρταετό
fly a kite
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
kite
γ΄ ενικό πρόσωπο
kites
ενεστώτα μετοχή
kiting
απλός αόριστος
kited
παθητική μετοχή
kited
02
αρμενίζω, πετώ σαν χαρταετός
soar or fly like a kite
03
απάτη με τη χρήση κακού επιταγής, εκδίδω επιταγή χωρίς κάλυψη
get credit or money by using a bad check
04
παραποιώ, αυξάνω
increase the amount (of a check) fraudulently
LanGeek



























