kitchenette
kit
ˌkɪ
κι
che
ʧə
τσα
nette
ˈnɛt
νετ
/kˌɪt‍ʃənˈɛt/

Ορισμός και σημασία του "kitchenette"στα αγγλικά

01

μικρή κουζίνα, κουζινέτα

small kitchen
kitchenette definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kitchenettes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store