Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to kiss
01
φιλώ, δίνω ένα φιλί
to touch someone else's lips or other body parts with one's lips to show love, sexual desire, respect, etc.
Intransitive
Transitive: to kiss sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
kiss
γ΄ ενικό πρόσωπο
kisses
ενεστώτα μετοχή
kissing
απλός αόριστος
kissed
παθητική μετοχή
kissed
Παραδείγματα
Every morning, he kisses his wife before leaving for work.
Κάθε πρωί, φιλά τη γυναίκα του πριν πάει στη δουλειά.
02
φιλώ, αγγίζω απαλά
to make brief, gentle contact with someone or something
Transitive: to kiss sth
Παραδείγματα
The breeze kissed her face as she walked along the beach.
Η αύρα φίλησε το πρόσωπό της καθώς περπατούσε κατά μήκος της παραλίας.
Kiss
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kisses
Παραδείγματα
She greeted him with a lingering kiss on the forehead, a gesture of affection that spoke volumes.
Τον χαιρέτησε με ένα διαρκές φιλί στο μέτωπο, μια χειρονομία αγάπης που έλεγε πολλά.
02
ελαφρός αγγισμός, παρφύρισμα
a light glancing touch
03
φιλί, καραμέλα
any of several bite-sized candies
04
φιλί, μεράνγκ
a cookie made of egg whites and sugar
Λεξικό Δέντρο
kisser
kissing
kiss



























