kinky
Pronunciation
/ˈkɪŋki/

Ορισμός και σημασία του "kinky"στα αγγλικά

01

εκτρέπων, ανώμαλος

(used of sexual behavior) showing or appealing to bizarre or deviant tastes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
kinkiest
συγκριτικός βαθμός
kinkier
διαβαθμίσιμο
02

σγουρός, κατσαράς

(of hair) in small tight curls
03

εκκεντρικός, ασυνήθιστος

(informal) strikingly unconventional
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store