Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kinky
01
εκτρέπων, ανώμαλος
(used of sexual behavior) showing or appealing to bizarre or deviant tastes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
kinkiest
συγκριτικός βαθμός
kinkier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sexuality, behavior, preference
02
σγουρός, κατσαράς
(of hair) in small tight curls
03
εκκεντρικός, ασυνήθιστος
(informal) strikingly unconventional
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
kinky
kink



























