Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kinkajou
01
κινκαζού, μελισσόαρκτος
a tropical mammal that eats fruits and has a long tail and large eyes, originated in Central and South America
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kinkajous
02
κινκάζου, πόττο
a kind of lemur



























