Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Army
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
armies
Παραδείγματα
The army conducted exercises to improve its combat readiness.
Ο στρατός πραγματοποίησε ασκήσεις για να βελτιώσει την πολεμική του ετοιμότητα.
02
στρατός, πλήθος
a large number of people united for some specific purpose
03
στρατός, ο στρατός των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής
the army of the United States of America; the agency that organizes and trains soldiers for land warfare
LanGeek



























