army
Pronunciation
/ˈɑrmi/

Ορισμός και σημασία του "army"στα αγγλικά

01

στρατός, χερσαίες δυνάμεις

a country's military force trained to fight on land
army definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
armies
Παραδείγματα
The army's tanks and artillery provided crucial support during the battle.
Οι τανκς και το πυροβολικό του στρατού παρείχαν κρίσιμη υποστήριξη κατά τη διάρκεια της μάχης.
02

στρατός, πλήθος

a large number of people united for some specific purpose
03

στρατός, ο στρατός των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής

the army of the United States of America; the agency that organizes and trains soldiers for land warfare
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store