keypad
Pronunciation
/ˈkiˌpæd/

Ορισμός και σημασία του "keypad"στα αγγλικά

01

πληκτρολόγιο, αριθμητικό πληκτρολόγιο

a group of numbered buttons on a surface used for operating a TV, phone, computer, etc.
keypad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
keypads
Παραδείγματα
The remote control for the television had a numeric keypad for channel selection.
Το τηλεχειριστήριο της τηλεόρασης είχε ένα αριθμητικό πληκτρολόγιο για την επιλογή καναλιών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store