keyhole saw
key
ˈki:
κι
hole
həʊl
χεουλ
saw
sɔ:
σο

Ορισμός και σημασία του "keyhole saw"στα αγγλικά

01

πριόνι κλειδαρότρυπας, πριόνι για μικρές τομές

a handheld tool with a narrow, pointed blade used for making small and intricate cuts in materials like drywall, wood, or plastic 
keyhole saw definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
keyhole saws
Παραδείγματα
The carpenter used a keyhole saw to cut a small hole for the electrical outlet. 

Ο ξυλουργός χρησιμοποίησε ένα πριόνι κλειδαρότρυπας για να κόψει μια μικρή τρύπα για την ηλεκτρική πρίζα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store