Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
armored combat vehicle
/ˈɑːɹmɚd kˈɑːmbæt vˈiəkəl/
armoured combat vehicle
Armored combat vehicle
01
θωρακισμένο όχημα μάχης, άρμα μάχης
an enclosed armored military vehicle; has a cannon and moves on caterpillar treads
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
armored combat vehicles



























