Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kennel
01
σκυλόσπιτο, κενέλ
a small structure used as a shelter for a dog
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kennels
to kennel
01
τοποθετώ σε σκυλόσπιτο, φιλοξενώ σε κennel
put up in a kennel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
kennel
γ΄ ενικό πρόσωπο
kennels
ενεστώτα μετοχή
kenneling
απλός αόριστος
kenneled
παθητική μετοχή
kenneled



























