kennel
ke
ˈkɛ
ke
nnel
nəl
nēl
kernel

Ορισμός και σημασία του "kennel"στα αγγλικά

01

σκυλόσπιτο, κενέλ

a small structure used as a shelter for a dog 
kennel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kennels
to kennel
01

τοποθετώ σε σκυλόσπιτο, φιλοξενώ σε κennel

put up in a kennel 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
kennel
γ΄ ενικό πρόσωπο
kennels
ενεστώτα μετοχή
kenneling
απλός αόριστος
kenneled
παθητική μετοχή
kenneled

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store