Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to keep out
[phrase form: keep]
01
αποκλείω την είσοδο, απαγορεύω την πρόσβαση
to stop somebody or something from entering a specific area or place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
keep
ενεστώτας
keep out
γ΄ ενικό πρόσωπο
keeps out
ενεστώτα μετοχή
keeping out
απλός αόριστος
kept out
παθητική μετοχή
kept out
Παραδείγματα
They built a fence to keep wildlife out of the garden.
Έχτισαν έναν φράκτη για να κρατήσουν έξω την άγρια ζωή από τον κήπο.
02
κρατιέμαι μακριά, μην μπαίνεις
to stay outside a particular area or place
Παραδείγματα
The fence is there to ensure that animals keep out of the garden.
Ο φράκτης είναι εκεί για να διασφαλίζει ότι τα ζώα μένουν μακριά από τον κήπο.



























