Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to keep out
01
αποκλείω την είσοδο, απαγορεύω την πρόσβαση
to stop somebody or something from entering a specific area or place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
keep
ενεστώτας
keep out
γ΄ ενικό πρόσωπο
keeps out
ενεστώτα μετοχή
keeping out
απλός αόριστος
kept out
παθητική μετοχή
kept out
Παραδείγματα
We need to keep the intruders out of the building by securing all entrances.
Πρέπει να κρατήσουμε έξω τους εισβολείς από το κτίριο, ασφαλίζοντας όλες τις εισόδους.
02
κρατιέμαι μακριά, μην μπαίνεις
to stay outside a particular area or place
Παραδείγματα
Please keep out of the restricted area for your safety.
Παρακαλώ μείνετε μακριά από την περιοχή περιορισμού για την ασφάλειά σας.



























