keep mum
keep
ki:p
κηπ
mum
mʌm
μαμ
/kˈiːp mˈʌm/

Ορισμός και σημασία του "keep mum"στα αγγλικά

to keep mum
01

διατηρώ σιωπή, δεν λέω ούτε λέξη

to refuse to speak, especially about a secret or sensitive topic
to keep mum definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
mum
βασικό ρήμα
keep
ενεστώτας
keep mum
γ΄ ενικό πρόσωπο
keeps mum
ενεστώτα μετοχή
keeping mum
απλός αόριστος
kept mum
παθητική μετοχή
kept mum
Παραδείγματα
I will keep mum if anyone asks about it.
Θα παραμείνω σιωπηλός αν κάποιος ρωτήσει γι' αυτό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store