to keep mum
keep
ki:p
kip
mum
mʌm
mam

Ορισμός και σημασία του "keep mum"στα αγγλικά

to keep mum
01

διατηρώ σιωπή, δεν λέω ούτε λέξη

to refuse to speak, especially about a secret or sensitive topic 
to keep mum definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
mum
βασικό ρήμα
keep
ενεστώτας
keep mum
γ΄ ενικό πρόσωπο
keeps mum
ενεστώτα μετοχή
keeping mum
απλός αόριστος
kept mum
παθητική μετοχή
kept mum
Παραδείγματα
They keep mum when asked about the project. 

Διατηρούν σιωπή όταν τους ρωτούν για το έργο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store