Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kayak
01
καγιάκ, βάρκα καγιάκ
a type of boat that is light and has an opening in the top in which the paddler sits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kayaks
Παραδείγματα
They rented a kayak for a day of exploring the scenic coastline and hidden coves.
Νοίκιασαν ένα καγιάκ για μια μέρα εξερεύνησης της γραφικής ακτής και των κρυμμένων ορμίσκων.
to kayak
01
κάνω καγιάκ, ταξιδεύω με καγιάκ
to travel or move in a small narrow boat propelled with a double-bladed paddle, called a kayak
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
kayak
γ΄ ενικό πρόσωπο
kayaks
ενεστώτα μετοχή
kayaking
απλός αόριστος
kayaked
παθητική μετοχή
kayaked
Παραδείγματα
They kayaked across the lake at sunrise.
Καγιάκιασαν στη λίμνη κατά την ανατολή του ηλίου.



























