Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kayak
01
καγιάκ, βάρκα καγιάκ
a type of boat that is light and has an opening in the top in which the paddler sits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kayaks
Παραδείγματα
He strapped his fishing gear onto the kayak and paddled out onto the lake to find the best fishing spots.
Έδεσε τον εξοπλισμό ψαρέματος του στο καγιάκ και κωπηλάτησε στη λίμνη για να βρει τα καλύτερα σημεία ψαρέματος.
to kayak
01
κάνω καγιάκ, ταξιδεύω με καγιάκ
to travel or move in a small narrow boat propelled with a double-bladed paddle, called a kayak
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
kayak
γ΄ ενικό πρόσωπο
kayaks
ενεστώτα μετοχή
kayaking
απλός αόριστος
kayaked
παθητική μετοχή
kayaked
Παραδείγματα
She kayaked downstream for nearly ten kilometers.
Έκανε καγιάκ κατάντη για σχεδόν δέκα χιλιόμετρα.



























