armed robbery
armed
ˈɑ:md
aamd
ro
ro
bbe
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "armed robbery"στα αγγλικά

01

ένοπλη ληστεία, κλοπή με όπλο

the act of stealing property or money using a weapon 
armed robbery definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
armed robberies
Παραδείγματα
The armed robbery at the bank left everyone terrified as the robbers threatened the staff with guns. 

Η ένοπλη ληστεία στην τράπεζα άφησε όλους τρομοκρατημένους καθώς οι ληστές απείλησαν το προσωπικό με όπλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store