Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
armed
01
ένοπλος, εξοπλισμένος με όπλα
equipped with weapons or firearms
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The armed soldiers stood guard at the entrance to the military base.
Οι ένοπλοι στρατιώτες φύλαγαν την είσοδο της στρατιωτικής βάσης.
02
αγκαθωτός, οπλισμένος
(of plants or animals) equipped with thorns, spines, or bristles
Παραδείγματα
The cactus is armed with sharp spines.
Ο κάκτος είναι οπλισμένος με αιχμηρά αγκάθια.
03
ένοπλος, με πυροβόλα όπλα
involving or using firearms
Παραδείγματα
The robbery was an armed attack.
Η ληστεία ήταν μια ένοπλη επίθεση.
Λεξικό Δέντρο
unarmed
armed
arm



























