Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Armament
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
armaments
Παραδείγματα
The country invested heavily in modernizing its armament, acquiring advanced missile defense systems and fighter jets.
Η χώρα επένδυσε σε μεγάλο βαθμό στη μοντέρνιση του οπλισμού της, αποκτώντας προηγμένα συστήματα άμυνας πυραύλων και μαχητικά αεροσκάφη.
02
οπλισμός, στρατιωτικός εξοπλισμός
the process or action of equipping a force with weapons for war
Παραδείγματα
The country focused on the armament of its naval fleet.
Η χώρα επικεντρώθηκε στον εξοπλισμό του ναυτικού της στόλου.
Λεξικό Δέντρο
disarmament
rearmament
armament



























