kail
kail
keɪl
keil
tailhailrailfail

Ορισμός και σημασία του "kail"στα αγγλικά

01

λαχανίδα, χονδρότριχο λάχανο

coarse curly-leafed cabbage 
kail definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kails
02

λάχανο κράμπ, κάλε

a hardy cabbage with coarse curly leaves that do not form a head 
kail definition and meaning

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store