Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
juvenile delinquent
/dʒˈuːvənˌaɪl dɪlˈɪnkwənt/
Juvenile delinquent
01
νεαρός παραβάτης, ανήλικος παραβάτης
a young person who commits a crime
Παραδείγματα
Societal factors, such as poverty and lack of parental guidance, can contribute to juvenile delinquency.
Κοινωνικοί παράγοντες, όπως η φτώχεια και η έλλειψη γονικής καθοδήγησης, μπορούν να συμβάλλουν στην παραβατικότητα ανηλίκων.



























