junket
Pronunciation
/ˈdʒəŋkɪt/

Ορισμός και σημασία του "junket"στα αγγλικά

01

ένα junket, ένα γλυκό

a sweet, creamy dessert made from milk, sugar, and rennet, a natural enzyme that thickens the mixture and gives it a custard-like texture
junket definition and meaning
02

εκδρομή, ταξίδι για ευχαρίστηση

a journey taken for pleasure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
junkets
03

επίσημο ταξίδι δημόσιου κόστους, επίσημη αποστολή που πληρώνεται από δημόσια κεφάλαια

a trip taken by an official at public expense
to junket
01

παρέχω ένα γεύμα, οργανώνω ένα συμπόσιο

provide a feast or banquet for
to junket definition and meaning
02

συμμετέχω σε ένα γλέντι ή συμπόσιο, λαμβάνω μέρος σε ένα γλέντι ή συμπόσιο

partake in a feast or banquet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
junket
γ΄ ενικό πρόσωπο
junkets
ενεστώτα μετοχή
junketing
απλός αόριστος
junketed
παθητική μετοχή
junketed
03

πηγαίνω σε ταξίδι απόλαυσης, κάνω μια εκδρομή

go on a pleasure trip
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store