Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jump out
01
πετάγομαι, εμφανίζομαι ξαφνικά
to suddenly and quickly move outward from a hidden or concealed position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
jump
ενεστώτας
jump out
γ΄ ενικό πρόσωπο
jumps out
ενεστώτα μετοχή
jumping out
απλός αόριστος
jumped out
παθητική μετοχή
jumped out
Παραδείγματα
The cat liked to hide under the bed and jump out when someone walked by.
Η γάτα άρεσε να κρύβεται κάτω από το κρεβάτι και να πηδάει έξω όταν περνούσε κάποιος.
02
διώχνω, αποκλείω
to remove a member from a criminal gang
Παραδείγματα
When he violated the gang's rules, they decided to jump him out, making him an outsider.
Όταν παραβίασε τους κανόνες της συμμορίας, αποφάσισαν να τον jump out, κάνοντάς τον ξένο.



























