Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Juggling
01
ζογκλερικά, τέχνη του ζογκλερικού
the skill of keeping multiple objects, such as balls, in motion simultaneously by tossing and catching them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
ζογκλερικά, χειραγώγηση
the act of rearranging things to give a misleading impression
Λεξικό Δέντρο
juggling
juggle



























