judiciary
ju
ʤu
τζου
di
ˈdɪ
ντι
cia
ˌʃiɛ
σιε
ry
ri
ρι
/d‍ʒuːdˈɪʃəɹi/

Ορισμός και σημασία του "judiciary"στα αγγλικά

01

δικαστική εξουσία, δικαστικό σώμα

persons who administer justice
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

δικαστική εξουσία, δικαστικό σώμα

the part of a country's government that administers the legal system, including all its judges
Παραδείγματα
The judiciary operates independently from the executive and legislative branches.
Η δικαστική εξουσία λειτουργεί ανεξάρτητα από την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store