judaical
ju
ʤu:
joo
dai
ˈdeɪɪ
deii
cal
kəl
kēl

Ορισμός και σημασία του "judaical"στα αγγλικά

01

ιουδαϊκός, σχετικός με τον ιουδαϊσμό

of or relating to or characteristic of the Jews or their culture or religion 
judaical definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store