Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jubilation
01
αγαλλίαση, πανηγυρισμός
a joyful celebration or festive occasion marking a happy event
Παραδείγματα
The jubilation following independence lasted for days.
Η χαρά μετά την ανεξαρτησία διήρκεσε για μέρες.
02
αγαλλίαση, χαρά
a feeling of great joy, triumph, or satisfaction
Παραδείγματα
Tears of jubilation ran down her cheeks.
Δάκρυα αγαλλίασης κυλούσαν στα μάγουλά της.
03
αγαλλίαση, ευφροσύνη
the act or sound of expressing great joy or triumph
Παραδείγματα
Bells of jubilation echoed across the city.
Καμπάνες αγαλλίασης ηχούσαν σε όλη την πόλη.
Λεξικό Δέντρο
jubilation
jubilate
jubil



























