Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jubilation
01
αγαλλίαση, πανηγυρισμός
a joyful celebration or festive occasion marking a happy event
Παραδείγματα
The victory parade was a national jubilation.
Η παρέλαση της νίκης ήταν μια εθνική αγαλλίαση.
02
αγαλλίαση, χαρά
a feeling of great joy, triumph, or satisfaction
Παραδείγματα
She felt jubilation at passing the final exam.
Ένιωσε αγαλλίαση όταν πέρασε την τελική εξέταση.
03
αγαλλίαση, ευφροσύνη
the act or sound of expressing great joy or triumph
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Cries of jubilation erupted when the team won the match.
Κραυγές αγαλλίασης ξέσπασαν όταν η ομάδα κέρδισε τον αγώνα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
jubilation
jubilate
jubil



























