jingle
jin
ˈʤɪn
jin
gle
gəl
gēl
junglejigglejangle

Ορισμός και σημασία του "jingle"στα αγγλικά

01

τζίνγκλ, ευχάριστη μελωδία

a short catchy tune, often used in advertising 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jingles
Παραδείγματα
The jingle for that soda brand is stuck in my head all day. 

Το jingle για αυτή τη μάρκα σόδας κολλάει στο κεφάλι μου όλη μέρα.

02

ένα κωμικό ποίημα, ένας κωμικός στίχος

a comic verse of irregular measure 
03

μεταλλικός ήχος, κουδούνισμα

a metallic sound 
to jingle
01

κουδουνίζω, ηχώ

to make or produce a tinkling or ringing sound 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jingle
γ΄ ενικό πρόσωπο
jingles
ενεστώτα μετοχή
jingling
απλός αόριστος
jingled
παθητική μετοχή
jingled
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store