Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jingle
01
τζίνγκλ, ευχάριστη μελωδία
a short catchy tune, often used in advertising
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jingles
Παραδείγματα
The jingle for that soda brand is stuck in my head all day.
Το jingle για αυτή τη μάρκα σόδας κολλάει στο κεφάλι μου όλη μέρα.
02
ένα κωμικό ποίημα, ένας κωμικός στίχος
a comic verse of irregular measure
03
μεταλλικός ήχος, κουδούνισμα
a metallic sound
to jingle
01
κουδουνίζω, ηχώ
to make or produce a tinkling or ringing sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jingle
γ΄ ενικό πρόσωπο
jingles
ενεστώτα μετοχή
jingling
απλός αόριστος
jingled
παθητική μετοχή
jingled
Λεξικό Δέντρο
jingly
jingle



























