Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jimmy
01
ένα μικρό λοστό, ένα μικρό μοχλό
a short crowbar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jimmies
to jimmy
01
σπασαρχίζω, αναγκάζω να ανοίξει
to move or force, especially in an effort to get something open
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jimmy
γ΄ ενικό πρόσωπο
jimmies
ενεστώτα μετοχή
jimmying
απλός αόριστος
jimmied
παθητική μετοχή
jimmied



























