jeweler
jewe
ˈʤu:ə
jooē
ler
jeweller

Ορισμός και σημασία του "jeweler"στα αγγλικά

01

κοσμηματοπώλης, ρολογάς

a person who buys, makes, repairs, or sells jewelry and watches 
jeweler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jewelers
Παραδείγματα
The jeweler specializes in buying and selling vintage watches and rare gemstones. 

Ο κοσμηματοπώλης ειδικεύεται στην αγορά και πώληση βιντεζ ρολογιών και σπάνιων πολύτιμων λίθων.

02

κοσμηματοπώλης, χρυσοχόος

a person who designs, crafts, or manufactures jewelry 
jeweler definition and meaning
Παραδείγματα
The jeweler crafted a unique gold necklace by hand. 

Ο κοσμηματοπώλης δημιούργησε ένα μοναδικό χρυσό κολιέ με το χέρι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

jeweler
jewel
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store