jeune fille
jeune
ʒœn
zhoen
fille
fi:
fi

Ορισμός και σημασία του "jeune fille"στα αγγλικά

01

νεανίδα

a girl or young woman who is unmarried 
jeune fille definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
jeunes filles
αρσενικό ενικό
jeune homme
θηλυκό ενικό
jeune fille
neutral form
jeune personne

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store