Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jeune fille
01
νεανίδα
a girl or young woman who is unmarried
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
jeunes filles
αρσενικό ενικό
jeune homme
θηλυκό ενικό
jeune fille
neutral form
jeune personne
LanGeek



























