Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jets
02
πίδακας, εκτόξευση
the occurrence of a sudden discharge (as of liquid)
03
πίδακας νερού, συντριβάνι
an artificially produced flow of water
04
τζετ, κεταμίνη
street names for ketamine
05
πίδακας, ατμοσφαιρική εκκένωση
atmospheric discharges (lasting 10 msec) bursting from the tops of giant storm clouds in blue cones that widen as they flash upward
06
τζετ, μαύρος λιγνίτης
a hard black form of lignite that takes a brilliant polish and is used in jewelry or ornamentation
jet
01
μαύρο σαν γκαγκάτη, μαύρο σαν κάρβουνο
of the blackest black; similar to the color of jet or coal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
jettest
συγκριτικός βαθμός
jetter
διαβαθμίσιμο
to jet
01
εκτοξεύω, ξεχύνομαι
issue in a jet; come out in a jet; stream or spring forth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
jet
γ΄ ενικό πρόσωπο
jets
ενεστώτα μετοχή
jetting
απλός αόριστος
jetted
παθητική μετοχή
jetted
02
πιλοτάρω τζετ, πετώ με τζετ
fly a jet plane
03
ξεφεύγω, φεύγω βιαστικά
to leave or depart quickly, often suddenly
slang
Παραδείγματα
He jetted off to the airport without saying goodbye.
Αυτός έφυγε στα γρήγορα για το αεροδρόμιο χωρίς αντίο.



























