Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jeer
01
χλευάζω, κοροϊδεύω
to mockingly laugh or shout at someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jeer
γ΄ ενικό πρόσωπο
jeers
ενεστώτα μετοχή
jeering
απλός αόριστος
jeered
παθητική μετοχή
jeered
Jeer
01
χλευασμός, γελοιοποίηση
showing your contempt by derision
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jeers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
jeering
jeering
jeer



























