jeer
jeer
ʤɪr
τζιρ
/d‍ʒˈi‍ə/

Ορισμός και σημασία του "jeer"στα αγγλικά

to jeer
01

χλευάζω, κοροϊδεύω

to mockingly laugh or shout at someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jeer
γ΄ ενικό πρόσωπο
jeers
ενεστώτα μετοχή
jeering
απλός αόριστος
jeered
παθητική μετοχή
jeered
01

χλευασμός, γελοιοποίηση

showing your contempt by derision
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jeers

Λεξικό Δέντρο

jeering
jeering
jeer
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store