jawbreaker
jaw
ˈʤɔ:
jaw
brea
breɪ
brei
ker

Ορισμός και σημασία του "jawbreaker"στα αγγλικά

01

σκληρή καραμέλα, στρογγυλή σκληρή καραμέλα

a large sweet that is hard and round 
jawbreaker definition and meaning
02

γλωσσοδέτης, δύσκολη στην προφορά λέξη

a word that is hard to pronounce 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jawbreakers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store