jape
Pronunciation
/dʒˈeɪp/

Ορισμός και σημασία του "jape"στα αγγλικά

01

αστείο, πλάκα

a humorous anecdote or remark intended to provoke laughter
jape definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
japes
to jape
01

αστειεύομαι, πλάθω αστεία

to joke, especially in a playful manner
Intransitive: to jape with sb | to jape about sth
to jape definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jape
γ΄ ενικό πρόσωπο
japes
ενεστώτα μετοχή
japing
απλός αόριστος
japed
παθητική μετοχή
japed
Παραδείγματα
The TV show host japed with guests on the show, engaging them in friendly banter.
Ο παρουσιαστής της τηλεοπτικής εκπομπής αστειευόταν με τους καλεσμένους, εμπλέκοντάς τους σε φιλικό πείραγμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store