Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jape
01
αστείο, πλάκα
a humorous anecdote or remark intended to provoke laughter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
japes
to jape
01
αστειεύομαι, πλάθω αστεία
to joke, especially in a playful manner
Intransitive: to jape with sb | to jape about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jape
γ΄ ενικό πρόσωπο
japes
ενεστώτα μετοχή
japing
απλός αόριστος
japed
παθητική μετοχή
japed
Παραδείγματα
The TV show host japed with guests on the show, engaging them in friendly banter.
Ο παρουσιαστής της τηλεοπτικής εκπομπής αστειευόταν με τους καλεσμένους, εμπλέκοντάς τους σε φιλικό πείραγμα.
Λεξικό Δέντρο
japery
jape



























