japan
Pronunciation
/dʒəˈpæn/

Ορισμός και σημασία του "japan"στα αγγλικά

01

Ιαπωνία

a country that is in East Asia and made up of many islands
japan definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
κύριο
Παραδείγματα
Japan's public transportation system is known for its efficiency and punctuality, especially the Shinkansen bullet trains.
Το δημόσιο σύστημα μεταφορών της Ιαπωνίας είναι γνωστό για την αποτελεσματικότητα και την ακρίβειά του, ειδικά οι ταχεία τρένα Shinkansen.
02

ιαπωνικό βερνίκι, ανθεκτικό γυαλιστερό μαύρο βερνίκι ανατολικής προέλευσης

lacquer with a durable glossy black finish, originally from the orient
03

ιαπωνικό βερνίκι, ιαπωνική λάκα

lacquerware decorated and varnished in the Japanese manner with a glossy durable black lacquer
to japan
01

βερνικώνω, επικαλύπτω με βερνίκι όπως γίνεται στην Ιαπωνία

coat with a lacquer, as done in Japan
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
japan
γ΄ ενικό πρόσωπο
japans
ενεστώτα μετοχή
japanning
απλός αόριστος
japanned
παθητική μετοχή
japanned
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store