to jangle
jan
ˈʤæn
jān
gle
gəl
gēl
jinglejungle

Ορισμός και σημασία του "jangle"στα αγγλικά

to jangle
01

κροταλίζω, κουδουνίζω

to produce a discordant, harsh, and ringing sound, typically caused by the clashing or rattling of metallic objects 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jangle
γ΄ ενικό πρόσωπο
jangles
ενεστώτα μετοχή
jangling
απλός αόριστος
jangled
παθητική μετοχή
jangled
Παραδείγματα
The keys jangled loudly as he hurried down the hallway. 

Τα κλειδιά κρόταλισαν δυνατά καθώς βιάζονταν στον διάδρομο.

01

μεταλλικός ήχος, κροτάλισμα

a metallic sound 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jangles

Λεξικό Δέντρο

jangling
jangle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store