Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Highlighter
01
φωτιστικό, highlighter
Kosmetikprodukt, das verwendet wird, um bestimmte Gesichtspartien hervorzuheben und zum Strahlen zu bringen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Highlighter
γενική πτώση
Highlighters
Παραδείγματα
Der Highlighter lässt mein Gesicht strahlen.
Το highlighter κάνει το πρόσωπό μου να λάμπει.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
highlighter
highlight



























