Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Gleitschirm
01
leichtes, flexibles Fluggerät, das durch Wind und Thermik getragen wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Gleitschirme
γενική πτώση
Gleitschirms
Παραδείγματα
Der Gleitschirm ist bunt.
LanGeek



























