Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Essstäbchen
01
ξυλάκια, ξυλάκια φαγητού
zwei dünne, gleich lange Stäbchen zum Essen, hauptsächlich in Ostasien verwendet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Essstäbchen
γενική πτώση
Essstäbchens
Παραδείγματα
Das Essstäbchen ist aus Holz.
Το ξυλάκι είναι από ξύλο.
LanGeek



























