der liegestuhl
liegestuhl
li:gəʃtu:l
ligēshtool

Ορισμός και σημασία του "liegestuhl"στα γερμανικά

Der Liegestuhl
01

ξαπλώστρα, πτυσσόμενο κάθισμα

ein verstellbarer, klappbarer Stuhl, der zum Liegen oder Entspannen verwendet wird 
der Liegestuhl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Liegestühle
γενική πτώση
Liegestuhls
Παραδείγματα
Der Liegestuhl ist aus Holz. 

Η ξαπλώστρα είναι από ξύλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store