Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Liegestuhl
01
ξαπλώστρα, πτυσσόμενο κάθισμα
ein verstellbarer, klappbarer Stuhl, der zum Liegen oder Entspannen verwendet wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Liegestühle
γενική πτώση
Liegestuhls
Παραδείγματα
Der Liegestuhl ist aus Holz.
Η ξαπλώστρα είναι από ξύλο.



























