Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Liegestuhl
01
ξαπλώστρα, πτυσσόμενο κάθισμα
ein verstellbarer, klappbarer Stuhl, der zum Liegen oder Entspannen verwendet wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Liegestuhls
πληθυντικός τύπος
Liegestühle
Παραδείγματα
Sie stellte den Liegestuhl am Pool auf, um in der Sonne zu liegen.
Έστησε την ξαπλώστρα στην πισίνα για να ξαπλώσει στον ήλιο.



























