Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Popcorn
01
ποπ κορν, αραβόσιτος ποπ κορν
eine beliebte Snack-Speise aus aufgepoppten Maiskörnern, die durch starke Erhitzung entstehen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Popcorns
Παραδείγματα
Im Kino kann man sein Popcorn oft mit Salz oder Zucker-Karamell bestreuen lassen.
Στο σινεμά, μπορείς συχνά να ζητήσεις να ρίξουν αλάτι ή καραμέλα πάνω στο ποπ κορν σου.



























