Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Safe
01
χρηματοκιβώτιο, ασφαλής
Ein sicherer Behälter, in dem man Wertgegenstände aufbewahrt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Safes
πληθυντικός τύπος
Safes
Παραδείγματα
Ich lege meine Wertsachen in den Safe.
Βάζω τα πολύτιμα αντικείμενά μου στο χρηματοκιβώτιο.



























